27 Φεβ 2012

Όσκαρ 2012


 Τρεις από τις ταινίες που σας προτείναμε από τον περασμένο Νοέμβριο μέχρι σήμερα, απέσπασαν χθες βραβεία Όσκαρ. Αναμφίβολα μεγάλος νικητής της χθεσινής βραδιάς ο Μισέλ Χαζαναβίτσιους με την ταινία "The Artist", που απέσπασε το βραβείο καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, α' ανδρικού ρόλου για τον Ζαν Ντυζαρντέν, μουσικής και ενδυμασίας.
Από τις υπόλοιπες ταινίες που σας έχουμε προτείνει, βραβείο β' γυναικείου ρόλου απέσπασε η Οκτάβια Σπένσερ στην ταινία "Υπηρέτριες", ενώ την έκπληξη έκανε η ταινία "Μεσάνυχτα στο Παρίσι", για την οποία ο Γούντι Άλεν απέσπασε το βραβείο σεναρίου.
Κατά τ' άλλα, υπερίσχυσε για μία ακόμη χρονιά ο αμερικανοκεντρισμός της επιτροπής, κάτι που είχε διαφανεί ήδη από την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων, καθώς αποκλείστηκαν υποψηφιότητες όπως της Τίλντα Σουίντον για το "Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν" ή του Πίτερ Μιούλαν για τον "Τυραννόσαυρο" (μιλώντας μόνο για αγγλόφωνες ταινίες, που δεν εμπίπτουν στην αστεία ονομασία "Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας"). Αποδεικνύεται ότι τα Όσκαρ είναι μια καθαρά αμερικανική διοργάνωση και βραβεύει ό,τι είναι αποδεκτό στην Αμερική, και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοια. Με λίγα λόγια, μεγαλύτερη αξία έχουν τα Φεστιβάλ Καννών, Βενετίας και Βερολίνου. Αυτά είναι πραγματικά παγκόσμια Φεστιβάλ, όπου οι ταινίες προβάλλονται ισότιμα μεταξύ τους χωρίς το Χόλιγουντ να δίνει τη δική του γραμμή.
Για την ιστορία, στο Φεστιβάλ του Βερολίνου, που ολοκληρώθηκε στις 19 Φεβρουαρίου, τη Χρυσή Άρκτο απέσπασε η ταινία "Ο Καίσαρ πρέπει να πεθάνει" των αδερφών Ταβιάνι.

18 Φεβ 2012

Μάρθα Μάρσι Μέι Μαρλίν

Η Μάρθα, έχοντας εξαφανιστεί από προσώπου γης χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν, δραπετεύει από το κοινόβιο στο οποίο ζούσε για δύο χρόνια και εγκαθίσταται στο σπίτι της νιόπαντρης αδερφής της, μακριά από το χώρο του κοινοβίου. Εκεί θα προσπαθήσει να ζήσει μια ζωή φυσιολογική, όμως τα φαντάσματα του πρόσφατου παρελθόντος της δεν την αφήνουν. Από τη μια, είναι η αδερφή της, Λούσι και ο γαμπρός της, που προσπαθούν να την βοηθήσουν όσο μπορούν, από την άλλη είναι ο ίδιος της ο εαυτός, που όντας επηρεασμένη από τη ζωή της στο κοινόβιο, αφ' ενός μεν την εμποδίζει να αποκαλύψει τι πραγματικά συνέβη τα προηγούμενα δυο χρόνια της ζωής της αφ' ετέρου δε σκηνές και θόρυβοι μέσα κι έξω από το νέο αυτό σπίτι, της επαναφέρουν στο μυαλό ορισμένες από τις τραυματικές εμπειρίες που έζησε στο κοινόβιο. Αυτό έχει ως συνέπεια οι σχέσεις των δύο αδερφών, που παραδοσιακά δεν ήταν και οι καλύτερες, να γνωρίζουν διακυμάνσεις και να συνοδεύονται από εντάσεις, εν μέρει μετριασμένες. Όσο κι αν η Λούσι προσπαθεί να επανεντάξει τη Μάρθα στην κοινωνία κι όσο κι αν η ίδια η Μάρθα αναγνωρίζει ότι χρειάζεται βοήθεια, τόσο πιο πολύ αποκαλύπτεται ότι τελικά η Μάρθα δεν ξέρει ακριβώς τι είναι αυτό που πιστεύει ότι θα την κάνει να νιώσει καλύτερα και οι προσπάθειες της Λούσι πέφτουν στο κενό, από τη στιγμή που η Μάρθα δεν της ανοίγεται.
Η Μάρθα επί δύο χρόνια ζούσε στο κοινόβιο, άγνωστο για ποιο λόγο είχε πάει εκεί. Στο κοινόβιο, ηγέτης της αίρεσης ήταν ο Πάτρικ, ο οποίος είχε επιβάλλει ορισμένους κανόνες στα μέλη του, οι οποίοι όμως ξέφευγαν μερικές φορές από το πλαίσιο της προσωπικής επιθυμίας του κάθε μέλους την οποία διατυμπάνιζε. Ενώ εξελίσσεται η ιστορία της Μάρθας στο σπίτι της Λούσι, η αφήγηση επιστρέφει στο παρελθόν σε ορισμένες στιγμές που σκηνές του παρόντος υπενθυμίζουν στη Μάρθα σκηνές του παρελθόντος. Έτσι μαθαίνουμε για τις τελετές μύησης στην αίρεση (αλλαγή ονόματος, βιασμός από τον ηγέτη), για τον τρόπο ζωής και την ιεραρχία της (π.χ. πρώτα τελειώνουν το φαΐ οι άνδρες και έπειτα το αρχίζουν οι γυναίκες), για τις δουλειές που μαθαίνει να κάνει ο καθένας στο κοινόβιο, αλλά και για κάποιες παράνομες πράξεις στις οποίες εξωθεί τα μέλη ο ηγέτης, από κλοπές έως και φόνους.
Τη Μάρθα την κυριαρχεί ο φόβος. Ακόμη και στο σπίτι της Λούσι, φοβάται μήπως η αίρεση την έχει πάρει στο κατόπι και την εντοπίσει. Δεν μαρτυράει τίποτα στην αδερφή της από το φόβο της αυτόν.

Ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης Σον Ντέρκιν σκηνοθετεί ένα ψυχολογικό θρίλερ, που επικεντρώνεται στη ζωή ενός ανθρώπου, στους φόβους και τις ανησυχίες του για το πώς πρέπει να είναι μια φυσιολογική ζωή. Οι συχνές, όμως, μεταβάσεις από το παρόν στο παρελθόν και τούμπαλιν κατακερματίζουν κάπως την αφήγηση, χωρίς να είναι πάντα απαραίτητες. Η επίσης πρωτοεμφανιζόμενη Ελίζαμπεθ Όλσεν δίνει μια συγκλονιστική ερμηνεία στο ρόλο της Μάρθας.
Για τον τίτλο της ταινίας, "Μάρσι Μέι" είναι το όνομα της Μάρθας μέσα στο κοινόβιο, ενώ "Μαρλίν" είναι το όνομα που χρησιμοποιούσε κάθε κοπέλα του κοινοβίου (και η Μάρθα σαφώς) όταν απαντούσε στα τηλεφωνήματα.
Η ταινία έχει κερδίσει βραβεία σε φεστιβάλ σε Αμερική, Καναδά και Βέλγιο. Στη χώρα μας προβλήθηκε στο 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον περασμένο Νοέμβριο, ενώ διανομή στις κινηματογραφικές αίθουσες πήρε στις 19 Ιανουαρίου 2012.

Martha Marcy May Marlene (2011)
Σκηνοθεσία - Σενάριο: Sean Dirkin
Πρωταγωνιστούν: Elizabeth Olsen, Sara Paulson, John Hawkes, Hugh Dancy, Christopher Abbott, Maria Dizzia, Julia Garner, Louisa Krause
Διάρκεια: 102'

Δείτε το τρέηλερ της ταινίας


Βαθμολογία υπογράφοντος: 7/10

Ο υπογράφων παρακολούθησε την ταινία στον κινηματογράφο "Παύλος Ζάννας" στη Θεσσαλονίκη στις 17 Φεβρουαρίου 2012

14 Φεβ 2012

Casa de los babys

Έξι γυναίκες, εύπορες Αμερικανίδες, βρίσκονται σε ένα τουριστικό θέρετρο στο Μεξικό, όπου πρόκειται να υιοθετήσουν η καθεμιά από ένα μωρό. Η καθεμιά έχει τη δική της ιστορία, το δικό της υπόβαθρο και το δικό της λόγο που θέλει να υιοθετήσει παιδί. Διαμένουν σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο μαιευτήριο από όπου πρόκειται να πάρουν τα μωρά. Είναι αναγκασμένες να μείνουν για αρκετό διάστημα, προκειμένου να περάσουν όλες τις γραφειοκρατικές διαδικασίες της υιοθεσίας, γεγονός που τις κάνει να γνωριστούν και να έρθουν κοντά. Παράλληλα, ζουν ως τουρίστριες, αγοράζοντας σουβενίρ και επισκεπτόμενες διάφορα μέρη.
Είναι η Νάνσι, μια νευρωτική και δήθεν παντογνώστρια, που δεν τυγχάνει της συμπάθειας των υπολοίπων, λόγω του χαρακτήρα της. Είναι η Τζένιφερ, που θέλει το παιδί για να σώσει ουσιαστικά το γάμο της. Είναι η Σκίπερ, γυμνάστρια που έχει χάσει τρία παιδιά από επιπλοκές στον τοκετό. Είναι η Γκέιλ, πρώην αλκοολική που έχει απεξαρτηθεί. Είναι η Λέσλι, ελεύθερη εκδότρια από τη Νέα Υόρκη, που βλέπει το παιδί σαν μια συντροφιά. Είναι και η Αϊλίν, μια καλοκάγαθη Ιρλανδέζα που οραματίζεται συνέχεια πώς θα τα περνάει με την κόρη που θα υιοθετήσει.
Παράλληλα, όμως, υπάρχει και η άλλη πλευρά του θερέτρου. Είναι οι κάτοικοι της πόλης, των οποίων οι ιστορίες συχνά συνδέονται με τις έξι γυναίκες, και έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την πολυτελή ζωή που ζουν οι γυναίκες αυτές. Τρία αλητάκια, παρατημένα από τους γονείς τους, που κάνουν μικροδουλειές και κλεψιές για να επιβιώσουν. Ένας νέος άνεργος, πατέρας τριών παιδιών, που ψάχνει μια τίμια δουλειά και μην μπορώντας να βρει, κάνει παράνομα τον ξεναγό σε τουρίστριες, έχοντας όνειρο να πάει κάποια στιγμή στην Αμερική να δουλέψει. Μια νεαρή καμαριέρα από το Βορρά του Μεξικού, που ζει μακριά από την 4χρονη κόρη της και δουλεύει σκληρά για να την συντηρήσει και για να συντηρήσει και τα αδέρφια της. Μια 15χρονη της μεσοαστικής τάξης του Μεξικού, που έχει μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, με τη μητέρα της που επιμένει να γεννηθεί το παιδί και να δοθεί για υιοθεσία.
Οι ιστορίες όλων αυτών των ανθρώπων έχουν έναν κοινό παρονομαστή, τα όνειρα του καθενός που συσχετίζονται πάντα με τα παιδιά, με τα παιδιά που οι γυναίκες πρόκειται να υιοθετήσουν, τα ίδια τα παιδιά που θέλουν μια καλύτερη ζωή, τον αγώνα των γονέων για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους σε έναν κόσμο δύσκολο. Απ' την μια η πολυτέλεια της ζωής των Αμερικανίδων, μια πολυτέλεια, όμως, κενή χωρίς τα παιδιά, απ' την άλλη η φτώχεια και ο αγώνας για επιβίωση των ντόπιων κατοίκων και η αγωνία για το μέλλον των επόμενων γενεών. Δυο αντίθετες καταστάσεις δίπλα δίπλα.

Ο Τζον Σέιλς, ίσως ο σπουδαιότερος και πιο αιρετικός ανεξάρτητος Αμερικανός σκηνοθέτης, μας προσφέρει μία ακόμη σπουδαία ταινία με έντονο το κοινωνικό στοιχείο. Δεν διστάζει να συγκρουστεί με τις αντιλήψεις της χώρας του, όπως έχει κάνει και σε άλλες ταινίες ("Ματωμένη Αμερική", "Η πόλη της Ελπίδας"), δεν διστάζει να προβάλει την υποκρισία του πλούτου και το σκληρό αγώνα της εργατικής τάξης για ένα καλύτερο μέλλον. Ίσως για τους λόγους αυτούς δεν έχει την ανταπόκριση που όφειλε να είχε εντός των ορίων των ΗΠΑ.
Η ταινία κατά βάση ασχολείται με το θέμα της υιοθεσίας, όμως μέσω αυτού εξετάζει τους λόγους που οδηγούν στην υιοθεσία και από τη μία και από την άλλη πλευρά. Δεν δίνει μια ξεκάθαρη απάντηση ως προς το ηθικό του ζητήματος της υιοθεσίας, αλλά αφήνει το θεατή να θέσει τα ανάλογα ερωτήματα στον εαυτό του και να ψάξει να βρει την απάντηση σ' αυτά μέσα από τις εικόνες και τις εμπειρίες που προβάλλονται.
Στη χώρα μας η ταινία έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 23 Απριλίου 2004, ενώ προβλήθηκε και στο 48ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 2007 στα πλαίσια του αφιερώματος στον Τζον Σέιλς.

Casa de los babys (2003)
Σκηνοθεσία-Σενάριο: John Sayles
Πρωταγωνιστούν: Marcia Gay Harden, Maggie Gyllenhaal, Daryl Hannah, Mary Steenburgen, Lili Taylor, Susan Lynch, Rita Moreno, Vanessa Martínez, Bruno Bichir Nájera, Héctor Mújica, Martha Higareda, Ignacio de Anda, José Reyes Jr., Emanuel González
Διάρκεια: 95'

Δείτε το τρέηλερ της ταινίας


Ο υπογράφων παρακολούθησε την ταινία στην προβολή της Κινηματογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης στον κινηματογράφο Φαργκάνη στις 13 Φεβρουαρίου 2012

12 Φεβ 2012

Ο θεός της σφαγής

Δύο 11χρονα αγόρια έρχονται σε αντιπαράθεση σε ένα πάρκο και το ένα χτυπάει το άλλο στο πρόσωπο με ένα κλαδί, σπάζοντάς του δύο δόντια.
Οι γονείς του αγοριού που επιτέθηκε, Άλαν και Νάνσυ Κάουαν, επισκέπτονται τους γονείς του παιδιού-θύματος, Μάικλ και Πενέλοπι Λόνγκστρητ, προκειμένου να λύσουν το θέμα με πολιτισμένο τρόπο για το καλό των παιδιών τους.
Στην αρχή όλα κυλούν ομαλά και ενώ φαινόταν ότι το όλο συμβάν θα έκλεινε με τρόπο πολιτισμένο από την πλευρά των γονέων, ορισμένα μικρά και μάλλον ασήμαντα γεγονότα έρχονται να αλλάξουν τη ροή των πραγμάτων. Αρχικά η επίσκεψη θα ήταν σύντομη και τα πράγματα θα είχαν πάρει την επιθυμητή τροπή, όμως σιγά σιγά άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια καταστάσεις που έφεραν τα δύο ζευγάρια σε κόντρα, καθώς και τα ίδια τα ζευγάρια σε ενδοοικογενειακή κόντρα. Από τη μια ένα ατυχές συμβάν που επιμήκυνε την επίσκεψη, από την άλλη οι προσβολές που έδιναν και έπαιρναν, άλλοτε με ειρωνικό τρόπο κι άλλοτε με κατά μέτωπον επιθέσεις, προσβολές με τις οποίες η μία πλευρά ήθελε να χτυπήσει την άλλη για γεγονότα που δεν γνώριζαν πιο πριν, αλλά αποκαλύπτονταν στην επίσκεψη γνωριμίας, έφεραν τελικά τις δύο πλευρές σε μια οριστική ρήξη.
Την ίδια ώρα, τα δύο αγόρια έπαιζαν μαζί στο πάρκο και τα είχαν βρει, χωρίς την παρέμβαση των γονέων τους...

Η καινούρια ταινία του Ρομάν Πολάνσκι αποτελεί μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του ομώνυμου θεατρικού έργου της Γιασμίνα Ρεζά, "Le Dieu du Carnage". Η ταινία εξελίσσεται σε έναν χώρο, το σπίτι των Λόνγκστρητ, και έχει πολλές διακυμάνσεις μεταξύ της πολιτισμένης ατμόσφαιρας και της άξεστης συμπεριφοράς, που δεν αφήνουν το θεατή να προβλέψει τις επόμενες αντιδράσεις, όπως και ποια θα ήταν η επόμενη κόντρα που επρόκειτο να ξεσπάσει και για ποιον λόγο. Παρακολουθείται με αρκετό ενδιαφέρον.
Στη χώρα μας έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 2 Φεβρουαρίου 2012.

Carnage (2011)
Σκηνοθεσία: Roman Polanski
Σενάριο: Roman Polanski, Yasmina Reza
Πρωταγωνιστούν: Joddie Foster, Kate Winslet, John C.Reilly, Christoph Waltz, Elvis Polanski, Eliot Berger
Διάρκεια: 80'

Δείτε το τρέηλερ της ταινίας


Βαθμολογία στο imdb κατά τη στιγμή της ανάρτησης: 7,5/10

Ο υπογράφων παρακολούθησε την ταινία στον κινηματογράφο Ολύμπιον στη Θεσσαλονίκη στις 10 Φεβρουαρίου 2012

19 Ιαν 2012

Κατύν

Φθινόπωρο του 1939 και η Πολωνία δέχεται εισβολή από τους Γερμανούς στα δυτικά και από τους Σοβιετικούς στα ανατολικά. Ο Αντρζέι, αξιωματικός του πολωνικού στρατού μαζί με πολλούς άλλους αξιωματικούς κρατούνται ως αιχμάλωτοι του σοβιετικού στρατού. Η σύζυγός του, Άννα, μαζί με τη μικρή κόρη τους, Νίκα, έρχονται από την Κρακοβία για να τον πείσουν να έρθει μαζί τους, όμως εκείνος αρνείται να παραβιάσει το στρατιωτικό του όρκο και παραμένει μαζί με τους συντρόφους του.
Στην κατεχόμενη από τους Ναζί Κρακοβία, ο πατέρας του Αντρζέι, καθηγητής Πανεπιστημίου, φυλακίζεται μαζί με τους υπόλοιπους καθηγητές του Πανεπιστημίου από τους Γερμανούς.
Ο Αντρζέι, αιχμάλωτος, κρατάει ημερολόγιο και προσπαθεί με κάθε τρόπο να επικοινωνήσει με την Άννα. Η Άννα δέχεται τη βοήθεια ενός σοβιετικού αξιωματικού και καταφέρνει να γυρίσει την Κρακοβία, στην πεθερά της.
Το 1943 ανακοινώνεται στους κατοίκους της κατεχόμενης Κρακοβίας από τη γερμανική προπαγάνδα, ότι βρέθηκαν ομαδικές ταφές Πολωνών αξιωματικών στο δάσος του Κατύν, κι ότι η σφαγή έγινε από τους Σοβιετικούς την άνοιξη του 1940. Η Άννα, μη έχοντας νέα από τον Αντρζέι, ανακουφίζεται καθώς δεν είδε το όνομά του στη λίστα με τους νεκρούς.
Το 1945 ο πόλεμος τελειώνει και οι Σοβιετικοί απελευθερώνουν την Κρακοβία από τους Γερμανούς, καταλαμβάνοντας ουσιαστικά τη διοίκηση της πόλης. Ο Γέρζι, σύντροφος και συναιχμάλωτος του Αντρζέι, ο οποίος θεωρούταν ότι είχε δολοφονηθεί στο Κατύν, επιστρέφει στην Κρακοβία για να ανακοινώσει στην Άννα ότι ο νεκρός ήταν ο Αντρζέι. Εν τω μεταξύ, η προπαγάνδα των Σοβιετικών ενημερώνει τον κόσμο ότι η σφαγή του Κατύν έγινε από τους Ναζί το φθινόπωρο του 1941, όμως όσοι έχασαν δικούς τους ανθρώπους στη σφαγή αρνούνται να το πιστέψουν.
Ποια είναι τελικά η πραγματική αλήθεια; Τι θα αποκαλύψουν τα ημερολόγια που κρατούσε ο Αντρζέι όταν αυτά εμφανιστούν; Πότε σταμάτησε να γράφει; Πώς η νέα διοίκηση προσπαθεί να παρουσιάσει τα πράγματα και ποια η τύχη όσων πιστεύουν ότι συνέβη το αντίθετο;

Ο πολυβραβευμένος σκηνοθέτης Αντρζέι Βάιντα περιγράφει μια ιστορία, που εκτυλίσσεται σε σχέση με ένα τραγικό ιστορικό γεγονός, τη σφαγή στο Κατύν, βασισμένος στο βιβλίο του Αντρζέι Μουλάρτσικ "Μετά θάνατον: Η Ιστορία του Κατύν". Καταδικάζει τις εγκληματικές ενέργειες από οποιαδήποτε πλευρά κι αν προέρχονται, καθώς και τη λογοκρισία. Ασκεί δριμεία κριτική στα απολυταρχικά καθεστώτα και στον τρόπο με τον οποίο επιβάλλονται στο λαό, έχοντας ο ίδιος ζήσει περιόδους που η πατρίδα του ήταν υπό την επιρροή πρώτα των Ναζί και έπειτα των Σοβιετικών. Τελικά, η ιστορία γράφεται από τον κατακτητή, τα γεγονότα διαστρεβλώνονται (όπως σε όλους τους πολέμους, άλλωστε), όμως ο λαός που έζησε και επηρεάστηκε από τα γεγονότα γνωρίζει την πραγματική ιστορική αλήθεια κι ας μην είναι ελεύθερος να την εκφράσει. Η ταινία δεν έρχεται να μας πει ότι οι μεν κατακτητές ήταν καλοί και άγιοι και ότι οι δε κατακτητές δολοφόνοι. Αντίθετα, όλοι οι κατακτητές, όσοι δεν αφήνουν χώρο για ελεύθερη σκέψη, είναι με το δικό τους τρόπο δολοφόνοι.
Η ταινία απέσπασε σημαντικά βραβεία σε διάφορα φεστιβάλ, ενώ προτάθηκε και για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης ταινίας το 2008. Στη χώρα μας προβλήθηκε για πρώτη φορά στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 5 Φεβρουαρίου 2009.

Katyń (2007)
Σκηνοθεσία: Andrzej Wajda
Σενάριο: Andrzej Wajda, Andzej Mularczyk, Przemysław Nowakowski
Πρωταγωνιστούν: Andrzej Chyra, Artur Żmijewski, Maja Ostaszewska, Wiktoria Gąsiewska, Maja Komorowska, Danuta Stenka, Sergei Garmash, Agnieszka Kawiorska, Jan Engelrt, Magdalena Cielecka
Διάρκεια: 122'

Δείτε το τρέηλερ της ταινίας


Βαθμολογία στο imdb κατά τη στιγμή της ανάρτησης: 7,0/10

14 Ιαν 2012

Οι τρεις υποσχέσεις

Ο γερο-Ζιβόγιν ζει μαζί με τον εγγονό του, Τσάνε, σε ένα απομονωμένο χωριό της Δυτικής Σερβίας. Ζουν μαζί σε ένα αγροτόσπιτο και έχουν φτιάξει ένα σωρό παγίδες στο χώρο του χωριού και διάφορες ευρεσιτεχνίες για να περνούν ευχάριστα την ώρα τους. Ο μόνος άλλος κάτοικος του χωριού είναι η Μπόσα, δασκάλα και γυναίκα με πλούσια χαρίσματα με την οποία ήταν ερωτευμένος ο Ζιβόγιν, αλλά την πολιορκούσαν κι άλλοι στο παρελθόν (αλλά και στο παρόν).
Όταν απεσταλμένοι από το Υπουργείο Παιδείας κλείνουν το σχολείο, ο μόνος δρόμος για τον Τσάνε ήταν να πάει στην πόλη. Ο παππούς του τον στέλνει στην πόλη ζητώντας του τρία πράγματα: α) να πουλήσει την αγελάδα, β) να αγοράσει με τα χρήματα μια εικόνα του Αγίου Νικολάου, και γ) να βρει νύφη.
Στην πόλη ο Τσάνε μετά από περιπέτειες θα καταφέρει να βρει τον Τόπουζ και τον Ρούνιο, εγγονούς ενός αδελφικού φίλου του παππού του. Ο Τόπουζ, γεροδεμένος και στιβαρός, και ο Ρούνιο, νάνος αλλά ευρηματικός, είναι ειδικοί στις κατεδαφίσεις και στην παρούσα φάση είναι αναγκασμένοι να συνεργάζονται με τον τοπικό μαφιόζο της περιοχής, τον Μπάγιο, ο οποίος διατηρεί καμπαρέ στην πόλη. Τα αδέλφια καλοδέχονται τον Τσάνε και τον κάνουν δικό τους και αποφασίζουν από κοινού να αντιταχθούν στα σχέδια του Μπάγιο.
Ο Τσάνε, παράλληλα, θαμπώνεται από την ομορφιά της Γιάσνα, μαθήτριας στο λύκειο της πόλης, και προσπαθεί να κάνει τα πάντα για να την προσεγγίσει, και με τρόπους αρκετά ακραίους να την κάνει να τον προσέξει. Η μητέρα της Γιάσνα είναι δασκάλα, αλλά τα βράδια δουλεύει σαν πόρνη στο καμπαρέ του Μπάγιο, χωρίς η Γιάσνα να το γνωρίζει. Όταν κάποια στιγμή ο Τσάνε κρυφακούει τον Μπάγιο να λέει ότι πρόκειται να πάρει τη Γιάσνα, για να δουλεύει σαν πόρνη στο καμπαρέ του, το σχέδιο ήταν ένα: με κάθε τρόπο να αποτρέψει όλα αυτά τα σχέδια, ώστε να σώσει τη Γιάσνα από τα χέρια του Μπάγιο και εκείνη με τη σειρά της να τον ερωτευτεί και να την φέρει στο χωριό για νύφη του, εκπληρώνοντας έτσι όλες τις υποσχέσεις που έδωσε στον παππού του. Συνεργοί του Τσάνε ήταν φυσικά τα δυο νέα φιλαράκια του, ο Τόπουζ και ο Ρούνιο.
Στο χωριό είχε απομείνει μόνο ο γερο-Ζιβόγιν και η Μπόσα. Ο παππούς ήταν απασχολημένος με την επισκευή της εκκλησίας, ενώ η Μπόσα δεχόταν συχνά επισκέψεις από έναν ενοχλητικό άνθρωπο της πόλης που ήταν ερωτευμένος μαζί της και ο οποίος έπεφτε συνέχεια θύμα των παγίδων που είχε στήσει ο Ζιβόγιν στο χωριό.
Ποια τελικά θα είναι η κατάληξη της ιστορίας; Ο Τσάνε θα καταφέρει να εκπληρώσει τις υποσχέσεις που έδωσε στον παππού του πριν γυρίσει στο χωριό; Η Γιάσνα θα γλιτώσει από τα χέρια των κακών; Τι θα βρει ο Τσάνε όταν επιστρέψει στο χωριό; Πώς θα τιμωρηθεί ο Μπάγιο και η συμμορία του; Ποια υποδοχή επιφυλάσσει στον Τσάνε ο παππούς του;

Η κωμωδία αυτή είναι μια ταινία που από την αρχή μέχρι το τέλος της ξέρει κανείς ποιος είναι ο σκηνοθέτης της. Ο Κουστουρίτσα καταπιάνεται με ένα μάλλον αδιάφορο θέμα, όμως με το ιδιαίτερο χιούμορ του καταφέρνει να το αναδείξει και να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Το χιούμορ του είναι το κλασικό χιούμορ των ταινιών του Κουστουρίτσα, που δεν έχει ανάγκη κάποιον αστείο διάλογο για να κάνει το θεατή να γελάσει, αλλά γι' αυτό αρκεί μόνο μια εικόνα, που υπό άλλες περιπτώσεις μπορεί να μην προκαλούσε καν γέλιο (π.χ. ο μαφιόζος που κρατάει αγκαλιά μία κότα). Σ' αυτό συμβάλλει και ο τρόπος που βάζει τους ηθοποιούς να παίζουν, κάπως άτσαλα ή με κινήσεις απρόσμενες που προκαλούν γέλιο, καθώς και η φοβερή ερμηνεία του Μίκι Μανόιλοβιτς που υποδύεται έναν απολαυστικά ξεκαρδιστικό μαφιόζο.
Αν και σχετικά πρόσφατη ταινία, είναι από τις λιγότερο γνωστές του Κουστουρίτσα. Ίσως να μη φτάνει στο επίπεδο του αριστουργήματος που έφταναν άλλες του ταινίες, όμως αξίζει την προσοχή του θεατή. Προτάθηκε για το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες το 2007, ενώ στη χώρα μας έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 15 Οκτωβρίου 2007 και προβλήθηκε ελάχιστα.

Zavet (2007)
Σκηνοθεσία - Σενάριο: Emir Kusturica
Πρωταγωνιστούν: Uroš Milovanović, Marija Petronijević, Aleksandar Berček, Miki Manojlović, LJiljana Blagojević, Ivan Maksimović, Kosanka Đekić, Stribor Kusturica, Vladan Milojević
Διάρκεια: 127'

Δείτε το τρέηλερ της ταινίας


Βαθμολογία στο imdb κατά τη στιγμή της ανάρτησης: 6,8/10

10 Ιαν 2012

Το λιμάνι της Χάβρης

Ο Μαρσέλ Μαρξ ζει στη Χάβρη μια φτωχική ζωή. Παλιός μποέμ καλλιτέχνης στο Παρίσι, έχει ξεπέσει στο δεύτερο πιο πολυσύχναστο λιμάνι της Γαλλίας. Εκεί ζει στην παραγκούπολη μαζί με την άρρωστη σύζυγό του, Αρλετί, και δουλεύει σαν πλανόδιος λούστρος πότε στο λιμάνι και πότε στο σταθμό της Χάβρης. Μπορεί να ζει μια ζωή φτωχική, όμως δεν του λείπει η αξιοπρέπεια. Είναι ένας άνθρωπος καλός και γι' αυτό αποδεκτός στη γειτονιά του, παρά τις όποιες καθυστερήσεις στις πληρωμές και στα βερεσέ. Φίλοι του είναι η φουρνάρισσα, ο μανάβης, η ιδιοκτήτρια και οι θαμώνες του μπαρ της γειτονιάς, και ο Βιετναμέζος Τσανγκ.
Εκείνη την περίοδο στη Χάβρη αράζει ένα πλοίο το οποίο μετέφερε λαθρομετανάστες από την Γκαμπόν με προορισμό το Λονδίνο. Ένα παιδί, ο Ιντρίσσα, καταφέρνει να ξεφύγει, υπό τη σιωπηρή ανοχή του επιθεωρητή Μονέ. Ενώ ο τύπος βουΐζει για το παιδί που ξέφυγε, ο Μαρσέλ το βοηθάει αφήνοντάς του τροφή στην προβλήτα του λιμανιού.
Όταν η κατάσταση της υγείας της Αρλετί επιδεινώνεται και αναγκάζεται να πάει στο νοσοκομείο, ο Μαρσέλ βρίσκει στο σπίτι του τον Ιντρίσσα. Αποφασίζει με κάθε κόστος και κάθε θυσία να τον βοηθήσει όπως μπορεί, ώστε να μην τον πιάσουν και τον απελάσουν, και να τον στείλει στο Λονδίνο όπου εργάζεται η μητέρα του.
Οι γείτονες, απλοί άνθρωποι της εργατικής τάξης, συγκλονισμένοι από την περιπέτεια της Αρλετί και αντιλαμβανόμενοι τη βοήθεια που παρέχει ο Μαρσέλ στον Ιντρίσσα, αποφασίζουν να τον βοηθήσουν με κάθε τρόπο, είτε παρέχοντας τρόφιμα είτε με τη σιωπή τους.
Τελικά, θα καταφέρει ο Μαρσέλ να εκπληρώσει το σκοπό του; Ποια θα είναι η ανταμοιβή για τις καλές του πράξεις; Ποιο ρόλο θα παίξει ο επιθεωρητής Μονέ στην όλη ιστορία;

Ο σπουδαίος Φινλανδός σκηνοθέτης Άκι Καουρισμάκι μας μεταφέρει στη Χάβρη της Γαλλίας. Γυρίζει την ταινία του εξολοκλήρου στα γαλλικά. Καταπιάνεται, όπως ο Κριαλέζε με την ταινία "Στη στεριά", με το φλέγον θέμα της λαθρομετανάστευσης και εξαπολύει ένα δριμύ κατηγορώ προς τις αρχές και τους άδικους νόμους. Εδώ έχει σύμμαχο την εργατική τάξη (δεν γνωρίζω αν είναι τυχαίο το επίθετο του πρωταγωνιστή) και την ανθρωπιά των απλών φτωχών και κατατρεγμένων ανθρώπων, που βλέπουν στο πρόσωπο του Ιντρίσσα τον ίδιο τους τον εαυτό, αλλά και τις ίδιες της αρχές που κάνουν εκ των έσω την αυτοκριτική τους.
Σκηνοθετικά δεν υπάρχει κάποια υπερβολή. Ο Καουρισμάκι προβάλλει το βαθύ γαλάζιο ενός λιμανιού του βόρειου Ατλαντικού και τη σχεδόν νεκρική ηρεμία στις κινήσεις και στις εκφράσεις των προσώπων, που εφαρμόζει απόλυτα με τη γαλήνη των υδάτων του λιμανιού.
Άποψη του γράφοντος είναι ότι πρόκειται για μια ταινία που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη από το κοινό. Συγκλονίζει με την ανθρωπιά της και αξίζει της προσοχής όλων. Τελικά αποδεικνύεται ότι οι ταινίες που έχουν μηδενική σχεδόν προβολή είναι πολύ καλύτερες από τις πολυδιαφημισμένες.
Η ταινία απέσπασε βραβείο FIPRESCI στις Κάννες και σημαντικές διακρίσεις σε Μόναχο και Σικάγο. Αποτελεί την πρόταση της Φινλανδίας για τα φετινά Όσκαρ. Στη χώρα μας έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 5 Ιανουαρίου 2012.

Le Havre (2011)
Σκηνοθεσία-Σενάριο: Aki Kaurismäki
Πρωταγωνιστούν: André Wilms, Kati Outinen, Jean-Pierre Darroussin, Blondin Miguel, Elina Salo, Evelyne Didi, Quoc Dong Nguyen
Διάρκεια: 93'

Δείτε το τρέηλερ της ταινίας


Βαθμολογία στο imdb κατά τη στιγμή της ανάρτησης: 7,5/10

Ο υπογράφων παρακολούθησε την ταινία στον κινηματογράφο "Μακεδονικόν" στη Θεσσαλονίκη στις 9 Ιανουαρίου 2012.

8 Ιαν 2012

Κοτόπουλο με δαμάσκηνα

Τεχεράνη 1958. Ο Νασέρ Αλί, σπουδαίος βιολιστής και δάσκαλος βιολιού, ζει έναν μάλλον αποτυχημένο γάμο. Όταν σε μια διαφωνία με τη σύζυγό του, Φαρανγκίς, εκείνη σπάει το βιολί του, ο Νασέρ Αλί χάνει την όρεξή του να παίξει ξανά βιολί, γιατί το συγκεκριμένο βιολί, όπως θα δούμε, είχε μεγάλη συναισθηματική αξία για τον ίδιο και μόνο σε αυτό το βιολί μπορούσε να ασκήσει την τέχνη του.
Έτσι, μέσα στην απογοήτευσή του, καθώς κανένα άλλο βιολί δε θα μπορούσε να του δώσει αυτό που ήθελε, αποφασίζει να πεθάνει. Κι αποφασίζει να το κάνει γενναία, μένοντας κλεισμένος μέσα στο δωμάτιό του.
Οι οκτώ ημέρες που περνάνε από την απόφασή του ως την τελική του κατάληξη, αποτελούν ξεχωριστά κεφάλαια για την ταινία. Σε κάθε ένα από αυτά γίνεται αφήγηση ορισμένων ιστοριών από τη ζωή του Νασέρ Αλί και σε συνδυασμό πάντα με τις σκέψεις του στην κάθε ημέρα. Έτσι μαθαίνουμε ορισμένα πράγματα για την παιδική του ηλικία, τις σπουδές του στην πόλη Σιράζ, τη γνωριμία και την έμπνευση που του ενέπνευσε ο δάσκαλός του, τον ανεκπλήρωτο έρωτά του με την όμορφη Ιράν, τα ταξίδια του επί 20 χρόνια όπου έδινε παραστάσεις μουσικές, την επιστροφή του και τον αναγκαστικό αλλά ανεπιθύμητο γι' αυτόν γάμο. Μαθαίνουμε, επίσης, για τη σύζυγό του και για τη μετέπειτα ζωή των παιδιών του.
Από τις ιστορίες αυτές μας γίνεται κατανοητό το πόσο μεγάλη σημασία είχε για τον Νασέρ Αλί αυτό το βιολί, ένα βιολί που του χάρισε ο δάσκαλός του και πάνω στο οποίο έβγαζε όλο το συναίσθημά του για το χαμένο του έρωτα.

Το δίδυμο Σατραπί-Παρονώ, τέσσερα χρόνια μετά την "Περσέπολη", επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη και μας προσφέρει ένα ρομαντικό και ενίοτε κωμικό μελόδραμα. Βασισμένη πάνω στο ομότιτλο εικονογραφημένο μυθιστόρημα της πρώτης, η σκηνοθεσία συνδυάζει σε αρκετά σημεία το φανταστικό και το ονειρικό με το πραγματικό, το κινούμενο σχέδιο σε ορισμένες σκηνές και το εικονογραφημένο φόντο των εξωτερικών σκηνικών με τους κανονικούς ηθοποιούς και την ατμόσφαιρα της Περσίας της περιόδου του Σάχη. Με υπέροχα σκηνοθετικά τεχνάσματα, όπως ένα σύννεφο καπνού ή ένα σπασμένο τζάμι, μας μεταφέρει από την μία εποχή στην άλλη, ανάλογα με την ιστορία που θέλει να διηγηθεί. Ο τίτλος της ταινίας μοιάζει μάλλον αλλόκοτος σε σχέση με την υπόθεσή της.
Άποψη του γράφοντος είναι ότι πρόκειται για μια από τις καλύτερες ταινίες που έχουν γυριστεί τον τελευταίο χρόνο, με υπέροχες ερμηνείες, όμορφα σκηνικά και συγκινητική μουσική, η οποία στο τέλος σου αφήνει μια γλυκόπικρη αίσθηση. Δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από άλλες υπερπαραγωγές, οι οποίες θα μονοπωλήσουν τα βραβεία. Το καστ είναι πολυεθνικό και η ταινία είναι εξολοκλήρου στα γαλλικά
Η ταινία είχε προταθεί για το Χρυσό Λέοντα στη Βενετία και για το μεγάλο βραβείο στη Γάνδη. Στη χώρα μας προβλήθηκε για πρώτη φορά στο 52ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον περασμένο Νοέμβριο, όπου απέσπασε πολύ καλά σχόλια, ενώ στις κινηματογραφικές αίθουσες προβάλλεται από τις 29 Δεκεμβρίου 2011.

Poulait aux prunes (2011)
Σκηνοθεσία - Σενάριο: Marjane Satrapi, Vincent Paronnaud
Πρωταγωνιστούν: Mathieu Amalric, Maria de Medeiros, Golshifteh Farahani, Eric Caravaca, Edouard Baer, Didier Flamand, Jamel Debbouze, Serge Avedikian, Chiara Mastroianni, Isabella Rossellini
Διάρκεια: 93'

Δείτε το τρέηλερ της ταινίας


Βαθμολογία στο imdb κατά τη στιγμή της ανάρτησης: 7,4/10

Ο υπογράφων παρακολούθησε την ταινία στον κινηματογράφο "Ολύμπιον" στη Θεσσαλονίκη στις 7 Ιανουαρίου 2012

7 Ιαν 2012

Παραχαράκτες

Βερολίνο 1936. Ο Σόλι Σόροβιτς, γνωστός Εβραίος παραχαράκτης νομισμάτων και διαβατηρίων, συλλαμβάνεται από την αστυνομία.
Στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Μαουτχάουζεν 1939. Ο πόλεμος έχει ήδη αρχίσει και συναντούμε τον Σόροβιτς, όντας Εβραίος, να βρίσκεται κρατούμενος στο στρατόπεδο μαζί με άλλους Εβραίους. Όντας ταλαντούχος στη ζωγραφική, καταφέρνει να αποσπάσει την προσοχή των φυλάκων του και να έχει ευνοϊκή μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους, αναλαμβάνοντας να κάνει πορτραίτα των Ναζί.
Το 1944 μεταφέρεται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ζακσενχάουζεν. Εκεί διοικητής είναι ο άνθρωπος που τον είχε συλλάβει στο Βερολίνο, ο Sturmbannführer Χέρτζογκ. Ο Χέρτζογκ, αφού τον αναγνωρίζει, του αναθέτει ένα μεγάλο πλάνο. Μαζί με άλλους Εβραίους κρατούμενους, που είχαν σχέση με οικονομικές και τυπογραφικές δραστηριότητες στο παρελθόν, του αναθέτει να στήσουν μια μηχανή παραγωγής πλαστών χαρτονομισμάτων της Βρετανίας και των ΗΠΑ, με σκοπό να αποδυναμώσουν την οικονομία των χωρών αυτών, καθώς έβλεπε ότι ο πόλεμος δεν είχε αίσια έκβαση για τους Ναζί.
Ο Σόροβιτς αναλαμβάνει τη δουλειά, θέλοντας να σώσει το τομάρι του, να κερδίσει την όποια εμπιστοσύνη των αξιωματικών, αλλά ταυτόχρονα προσπαθώντας μέσω αυτού να κερδίσει για λογαριασμό όσων περισσότερων συγκρατουμένων του καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Πραγματικά, το στρατόπεδο συγκέντρωσης ήταν χωρισμένο στα δύο, χωρίς να ξέρουν οι ευνοούμενοι κρατούμενοι τι συνθήκες επικρατούν στην άλλη πλευρά και το αντίθετο.
Έχοντας ανθρώπους κάθε λογής ιδεολογίας δίπλα του, ο Σόροβιτς αρχίζει τη δουλειά. Και η δουλειά έπρεπε να γίνει κρυφά, χωρίς να μάθει κανείς εκτός του στρατοπέδου τίποτα, ούτε καν οι κρατούμενοι της άλλης πλευράς.
Οι αντιδράσεις, όμως, των συγκρατουμένων του Σόροβιτς ήταν διφορούμενες κι ο Σόροβιτς έπρεπε να αμβλύνει τις όποιες αντιθέσεις, ώστε να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι. Υπήρχαν άνθρωποι που ήταν έντιμοι στο παρελθόν και αναγκαστικά συνεργάζονται με το Σόροβιτς, που ήταν εγκληματίας. Υπήρχαν άνθρωποι που απλά τους ένοιαζε να γίνει η δουλειά, ώστε να σώσουν το τομάρι τους, χωρίς να τους νοιάζει αν είναι τίμιο αυτό που κάνουν ή ποιο σκοπό εξυπηρετούν. Υπήρχαν, όμως, και άνθρωποι, όπως ο Μπούργκερ, που ήταν αντι-Ναζί και δεν ήθελε να συμμετάσχει σε όλη αυτή την επιχείρηση και προσπαθούσε να την σαμποτάρει, γιατί δεν ήθελε να βοηθήσει αυτούς που σκότωσαν τη σύζυγό του και σκοτώνουν αθώους ανθρώπους.
Τελικά, η δουλειά θα γίνει κανονικά; Θα μείνουν οι Ναζί ικανοποιημένοι με τη δουλειά των κρατουμένων ή θα τους τιμωρήσουν με την εσχάτη των ποινών; Ποιος θα είναι ο ρόλος του Χέρτζογκ στην όλη υπόθεση; Θα είναι ευνοϊκός, όπως θέλει να δείχνει, προς τους κρατουμένους ή μάλλον θα σκεφτεί τον εαυτό του, βλέποντας πως ο πόλεμος έχει αρνητική εξέλιξη για τους Ναζί;

Η ταινία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, πάνω στις μαρτυρίες του κρατούμενου Άντολφ Μπούργκερ, ο οποίος βρίσκεται εν ζωή τη στιγμή της συγγραφής αυτής της ανάρτησης. Περιγράφει την Επιχείρηση Bernhard, τη μεγαλύτερη επιχείρηση πλαστογραφίας στην ιστορία.
Η ταινία απέσπασε για λογαριασμό της Αυστρίας το Όσκαρ Ξενόγλωσσης ταινίας του 2008, βραβεία σε Γάνδη και Φλαιάνο (Πεσκάρα), ήταν υποψήφια για τη Χρυσή Άρκτο στο Βερολίνο το 2007, ενώ ο Καρλ Μάρκοβιτς απέσπασε βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Βαγιαδολίδ.
Στη χώρα μας έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 10 Απριλίου 2008.

Die Fälscher (2007)
Σκηνοθεσία: Stefan Ruzowitzky
Σενάριο: Stefan Ruzowitzky, Adolf Burger (βιβλίο, μαρτυρίες)
Πρωταγωνιστούν: Karl Markovics, August Diehl, Devid Striesow, Martin Brambach, August Zirner, Veit Stübner, Sebastian Urzendowsky, Andras Schmidt, Lenn Kudrjawizki
Διάρκεια: 98'

Δείτε το τρέηλερ της ταινίας


Βαθμολογία στο imdb κατά τη στιγμή της ανάρτησης: 7,6/10

3 Ιαν 2012

The Artist

Hollywood 1927, ο Τζορτζ Βαλεντίν, ηθοποιός του βωβού κινηματογράφου βρίσκεται στο απώγειο της καριέρας του. Αποτελεί το αντικείμενο συζήτησης παντού, οι θαυμαστές και κυρίως οι θαυμάστριές του αμέτρητες. Ζει μια ζωή πολυτελέστατη χάρη στην καριέρα του.
Μια τυχαία συνάντησή του, όμως, με μια θαυμάστριά του, την Πέπι Μίλλερ, έμελλε να αλλάξει άρδην τη ζωή και των δύο. Η Πέπι αποφασίζει να κάνει δοκιμαστικά για να γίνει ηθοποιός και ο Τζορτζ την βοηθάει στην αρχή. Κι ενώ ξεκινά από τα χαμηλά, σιγά σιγά παίρνει μεγαλύτερους ρόλους.
Εκείνη την εποχή, όμως, αρχίζει και ο ομιλών κινηματογράφος και ο Τζορτζ είναι κάθετα αντίθετος με αυτόν. Κι ενώ η εταιρεία παραγωγής του πλέον γυρίζει μόνο ταινίες ομιλούσες, ο ίδιος αρνείται να συμβιβαστεί με το νέο, με αυτό που είναι πλέον δημοφιλές, και εμμένει πεισματικά στην υπεροχή του βωβού κινηματογράφου.
Αντίθετα, ένα νέο αστέρι στο χώρο του ομιλούντος κινηματογράφου ανατέλλει. Είναι η Πέπι Μίλλερ, που μέσα σε δυο χρόνια από μια εντελώς άγνωστη κοπέλα, έχει γίνει η απόλυτη σταρ. Ο Τζορτζ από την άλλη βλέπει την καριέρα του να έχει πάρει την κάτω βόλτα, αλλά επιμένει. Ξοδεύει όλη του την περιουσία για να γυρίσει μια βωβή ταινία και ουσιαστικά καταστρέφεται. Πλέον κανείς δεν του δίνει σημασία, είναι ένας άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Ή μάλλον υπάρχει κάποιος στον κόσμο που του δίνει σημασία...
Τελικά, θα υποκύψει ο Τζορτζ στο καινούριο ώστε να δώσει μια νέα ώθηση στην καριέρα του; Θα παραμείνει πιστός στις απόψεις του και στην περηφάνεια του; Ποιος θα είναι ο ρόλος της Πέπι στη μετέπειτα πορεία του Τζορτζ; Θα παρασυρθεί από την επιτυχία της ή θα δείξει σεβασμό στον άνθρωπο που θαύμαζε και την βοήθησε στα πρώτα της βήματα;

Ο Μισέλ Χαζαναβίσιους σκηνοθετεί μια ταινία από άλλη εποχή. Πραγματευόμενος ένα θέμα για το βωβό κινηματογράφο αποφασίζει εν έτει 2011 να γυρίσει μια ταινία όπως εκείνες, μια ταινία βωβή και ασπρόμαυρη μεταφέροντάς μας αισθητικά 90 χρόνια πίσω, κάτι που φαίνεται ήδη από τους τίτλους έναρξης. Χρησιμοποιεί τον ήχο επιλεκτικά, σε ελάχιστες στιγμές, όπως στον εφιάλτη του Τζορτζ, για να τονίσει μια μετάβαση από το παλιό στο νέο και την αντίληψη της εποχής για το νέο που έρχεται. Σκηνοθετεί πολλές ταινίες μαζί, ενώ κάποιες σκηνές στις δευτερεύουσες ταινίες είναι ιδιαίτερα συμβολικές για το σημείο της κυρίως ταινίας στο οποίο προβάλλονται, όπως η σκηνή με την κινούμενη άμμο. Κατορθώνει ουσιαστικά να ανασυνθέσει το πνεύμα της εποχής των τελών της δεκαετίας του 1920 μέσα από τη διαδοχή των κινηματογραφικών ειδών και την αποδοχή τους ή μη από το κοινό. Παρουσιάζει μια σύντομη ιστορία του κινηματογράφου του Μεσοπολέμου, από το βωβό κινηματογράφο στον ομιλούντα και στις απαρχές των μιούζικαλ.
Η ταινία έχει αποσπάσει αρκετά βραβεία σε φεστιβάλ στην Αμερική και την Ευρώπη με κυριότερο το Βραβείο Καλύτερου Ηθοποιού για τον Ζαν Ντυζαρντέν στις Κάννες, και έχει κερδίσει αρκετές υποψηφιότητες για τις Χρυσές Σφαίρες, ενώ αναμένεται να έχει υποψηφιότητες και για τα Όσκαρ. Στη χώρα μας προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες από τις 22 Δεκεμβρίου 2011.

The Artist (2011)
Σκηνοθεσία - Σενάριο: Michel Hazanavicius
Πρωταγωνιστούν: Jean Dujardin, Bérénice Bejo, John Goodman, James Cromwell, Missi Pyle, Penelope Ann Miller, Bitsie Tulloch, Malcolm McDowell
Διάρκεια: 100'

Δείτε το τρέηλερ της ταινίας


Βαθμολογία στο imdb κατά τη στιγμή της ανάρτησης: 8,4/10

Ο υπογράφων παρακολούθησε την ταινία στον κινηματογράφο "Ολύμπιον" στη Θεσσαλονίκη στις 2 Ιανουαρίου 2012.